φον


φον
(I)
το, Ν
άκλ. φυσ. μονάδα μέτρησης τής ακουστότητας τού ήχου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. phon, γαλλ. phone (< φωνή). Ορθ. γρφ. τής λ. είναι φων (το) και ίσως ο όρος θα έπρεπε να εισαχθεί στην ελλ. ως φώνη (η)].
————————
(II)
Ν
άκλ. γερμανικός τίτλος ευγενείας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γερμ. von «από»].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.